Δημοκρατίας 25, Κοζάνη, 50100    2461036018

Εισήγηση στην Ολομέλεια για τροποποιήσεις ΚΠΟΛΔ

Εισήγηση στην Ολομέλεια για τροποποιήσεις ΚΠΟΛΔ

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΕΔΡΩΝ ΤΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΩΝ ΣΥΛΛΟΓΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΛΑΜΙΑ 5/7-6-2015

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

ΕΙΣΗΓΗΣΗ

Η τήρηση και η ομοιόμορφη και αποτελεσματική εφαρμογή του Συντάγματος, του Ενωσιακού Δικαίου και ιδίως του ΧΘΔ της ΕΕ, και των Διεθνών Συμβάσεων για την προστασία των ατομικών, πολιτικών, οικονομικών, εργασιακών, μορφωτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ και τα πρωτόκολλα αυτής, ΔΣΑΠΔ, ΔΣΟΚΜΔ, ΕΚΧ, Διεθνείς Συμβάσεις της ΔΟΕ κλπ), και, ιδίως, το δικαίωμα πρόσβασης σε Δικαστήριο και σε δίκαιη δίκη, αποτελεί το θεσμικό και δικαιοπολιτικό θεμέλιο, λόγο και όρο ύπαρξης των Δικαστηρίων, των Δικαστών και των Δικηγόρων, ως δημόσιων λειτουργών και ουσιωδώς συμπραττόντων συλλειτουργών της δικαιοσύνης. Χωρίς το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο και σε δίκαιη δίκη, η τήρηση, η ομοιόμορφη και αποτελεσματική εφαρμογή των παραπάνω θεμελιωδών διατάξεων και η προστασία των ατομικών και θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των πολιτών, που απορρέουν εξ αυτών, είναι θεωρητική, υποθετική, ατελής, πλατωνική και παραπλανητική, και η ύπαρξη δικαστηρίων, Δικαστών και Δικηγόρων φαίνεται άσκοπη, περιττή και “είδος πολυτελείας”.

Με τα μνημόνια 1 και 2 (Ν 3845/2010, Ν 4046/2012) και τους εφαρμοστικούς αυτών νόμους (Ν 3900/2012, Ν 3904/2010, Ν 3943/2011, Ν 4051/2012, Ν 4055/2012) οι παραπάνω όροι και λόγοι ύπαρξης των Δικαστηρίων, των Δικαστών και των Δικηγόρων “εκθεμελιώθηκαν” με το πρόσχημα της οικονομικής κρίσης και του “δημοσιονομικού εκτροχιασμού”. Έτσι η οικονομική κρίση έγινε και κρίση του κράτους Δικαίου και ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός έγινε και δικαϊκός εκτροχιασμός από τις “ράγες” του Συντάγματος, του ΧΘΔ της ΕΕ, της ΕΣΔΑ, του ΔΣΑΠΔ και του Διεθνούς και Ευρωπαϊκού δικαίου εν γένει.

Τέθηκαν περιορισμοί στο δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο και σε δίκαιη δίκη, τέτοιας έκτασης, βαρύτητας και έντασης, ώστε κατέστη αδύνατη η άσκηση του δικαιώματος αυτού από την συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών, και ιδίως, των οικονομικά ασθενεστέρων. Η πρόσβαση σε δικαστήριο και σε δίκαιη δίκη κατέστη πλέον προνόμιο των πλουσίων και η ορθή και δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης κατέστη “είδος πολυτελείας” (και γι’ αυτό φαίνεται επιβλήθηκε και ΦΠΑ στις δικηγορικές αμοιβές που αφορούν διαδικαστικές πράξεις 23%!!). Η δίκαιη δίκη “θυσιάστηκε στο βωμό” της ταχείας δίκης. Η απονομή της δικαιοσύνης και η εκδίκαση υποθέσεων στα δικαστήρια αντιμετωπίζεται ως “εκκαθάριση εκκρεμών υποθέσεων”, και η δίκαιη δίκη υποκαταστάθηκε από τις αρχές της “δίκαιης οικονομίας”. Η “ταχεία δίκη” από ατομικό και θεμελιώδες δικαίωμα των πολιτών έναντι του κράτους, που απορρέει από τη δίκαιη  δίκη, κατέστη προνόμιο του κράτους έναντι των πολιτών, προς κατάλυση ή ουσιώδη περιορισμό της δίκαιης δίκης. Προφανώς, στα πλαίσια της “ταχείας” δικαστικής “εκκαθάρισης εκκρεμών υποθέσεων” ένδικα βοηθήματα και μέσα απορρίπτονται είτε ως απαράδεκτα, είτε ως αβάσιμα, με συνοπτικές, ή ανύπαρκτες και αυθαίρετες και, ενίοτε, αντικειμενικά μη υποστηρίξιμες αιτιολογίες, χωρίς καν ο πολίτης να έχει στη διάθεση του μια “αποτελεσματική προσφυγή” προς επανόρθωση σφαλμάτων ή αυθαιρεσιών της απόφασης, σε μεγάλες κατηγορίες υποθέσεων, ακόμη και αν πρόκειται για ζητήματα μείζονος σημασίας και σπουδαιότητας, που ενδιαφέρουν ευρύ κύκλο προσώπων ή αν υφίσταται αυθαίρετη, αναιτιολόγητη και αδικαιολόγητη απόκλιση από πάγια νομολογία.

Ας επαναφέρουμε στη μνήμη μας ότι σχετικά με τον ΚΠολΔ η τρόϊκα, την οποία διαδέχτηκαν οι θεσμοί,  εξ αρχής έθεσε ως στόχο: I) τη “διαχείριση” δικαστικών υποθέσεων με τη διαγραφή “αδρανών “ υποθέσεων (δηλ με την τεκμαιρόμενη παραίτηση από ματαιωθείσες υποθέσεις, παράβολα ανακοπής ερημοδικίας, άνθηση παραβόλων και τόκων επιδικίας, παράβολα στις κλήσεις προς συζήτηση κλπ) ii) την “απαλλαγή” των δικαστών από μη “δικαστικά καθήκοντα”, όπως θεωρεί τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων (προσημείωση υποθήκης), την  έκδοση δικαστικών αποφάσεων (πχ επί συναινετικών διαζυγίων και υποθέσεων του οικογενειακού δικαίου), και την  εκούσια δικαιοδοσία. iii) Τη “μείωση” του ρόλου του δικαστή στην εκτέλεση και στη διαταγή πληρωμής δηλ στον αποκλεισμό ή περιορισμό ή φαλκίδευση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας iv) Την υποχρεωτικότητα της δικαστικής διαμεσολάβησης!! στόχο, τον οποίο είδαμε να υλοποιείται εν μέρει στο προηγούμενο σχέδιο του ΚΠολΔ της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής με πρόεδρο αυτής τον Αεροπαγίτη κο Χαμηλοθώρη.

Από τα παραπάνω είναι σαφές ότι δεν επρόκειτο για “μεταρρύθμιση” αλλά και αποδόμηση του δικαστικού συστήματος και του Κράτους Δικαίου.

Επειδή τα ανωτέρω, ενδεικτικώς αναφερόμενα, ζητήματα, αφορούν άμεσα την ερμηνεία και εφαρμογή του Συντάγματος και των υπερνομοθετικής ισχύος κανόνων δικαίου που προαναφέρθηκαν, την ορθή και δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης, ενδιαφέρουν άμεσα τα μέλη των Δικηγορικών Συλλόγων, ως υπερασπιστών του Κράτους Δικαίου και των ατομικών και θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών και ως “επαγγελματική τάξη”, για την οποία το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο και σε δίκαιη δίκη, καθώς και η υπεράσπιση δικαιωμάτων των πολιτών, αποτελεί το θεμέλιο, λόγο και όρο ύπαρξης, εκδήλωσα ενδιαφέρον για τη συμμετοχή μου στη νομοπαρασκευαστική επιτροπή του ΚΠολΔ και ευχαριστώ τα μέλη και τον Πρόεδρο της Συντονιστικής Επιτροπής των Δικηγορικών Συλλόγων  που πρότειναν τη συμμετοχή μου.

Από τη μέχρι σήμερα συμμετοχή μου στην επιτροπή έχω αντιληφθεί ότι οι προαναφερόμενοι στόχοι της “τρόϊκας” εξακολουθούν να παραμένουν και εμείς έχουμε καθήκον και υποχρέωση να διαφυλάξουμε το κράτος δικαίου και τα ατομικά και θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών.

Στα ζητήματα της αναγκαστικής εκτέλεσης, τα οποία έχω επεξεργαστεί ως μέλος επί μέρους ομάδας της νομοπαρασεκυαστικής, οι στόχοι είναι σαφείς  με προτάσεις για την “αναθεώρηση των προβλεπόμενων ενδίκων βοηθημάτων, έτσι ώστε η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία σύμφωνα με πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της δίκης και έχουν εφαρμογή για τον λόγο αυτόν όλες οι εγγυήσεις της δίκαιης δίκης, να είναι πιο σύντομη και πιο αποτελεσματική”, για τη μείωση του ρόλου των δικαστών στις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης, την επιβολή “κανονιστικών προθεσμιών” (δηλ ασφυκτικών προθεσμιών), τις πολλαπλές κατασχέσεις, τις κατασχέσεις επιχειρήσεων, τη μείωση των γενικών προνομίων και την ενίσχυση των προνομίων των τραπεζών.

Ενόψει των ανωτέρω είναι σαφές ότι “ως αναθεώρηση των προβλεπόμενων ενδίκων βοηθημάτων”, νοείται ο περιορισμός των “όπλων δικαστικής άμυνας” του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη, και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, ενόψει και των λόγων που οδηγούν στην υποβολή της προτάσεως αυτής.

Σχετικά με τις προτάσεις για την εξίσωση των εξόδων εγγραφής προσημείωσης και εγγραφής υποθήκης, καταγγελία σύμβασης μίσθωσης, πολλαπλές κατασχέσεις, η θέση μας, όπως διατυπώθηκε και στη νομοπαρασκευαστική επιτροπή, θα πρέπει να είναι:

  1. Η πρόταση για εξίσωση των εξόδων εγγραφής προσημειώσεως και εγγραφής υποθήκης, δεν πρέπει να γίνει δεκτή, (είχε προταθεί και από τους κ.κ Σπυριδάκη και Βαμβέτσο, ο πρώτος ήταν δικηγόρος Τραπεζών), διότι:  1). Στην πράξη η δαπάνη αυτή θα μετακυλιστεί αμέσως στον οφειλέτη δανειολήπτη των Τραπεζών, ο οποίος θα κληθεί να καταβάλει με τη σύναψη της  δανειακής συμβάσεως και κατά κανόνα πριν ακόμη και την εκταμίευση του δανείου, το κόστος της εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης για το σύνολο της απαίτησης της Τράπεζας εναντίον του, ήτοι του κεφαλαίου, των τόκων και των εξόδων. Το πρόβλημα αυτό καθίσταται εντονότερο για τον οφειλέτη των Τραπεζών, όταν θελήσει να λάβει και δεύτερο ή τρίτο δάνειο, οπότε θα επιβαρυνθεί και με τα έξοδα και των νέων προσημειώσεων. Γιατί ο συνεπής οφειλέτης-δανειολήπτης, που θα εξοφλήσει εμπρόθεσμα και προσηκόντως το δάνειο θα επιβαρυνθεί με τα έξοδα προσημειώσεως ίσου ύψους με εκείνα της υποθήκης, στην οποία θα τρεπόταν η προσημείωση μόνο αν δεν ήταν συνεπής;   2). Η εξίσωση των εξόδων εγγραφής προσημείωσης και εγγραφής υποθήκης ουσιαστικά θα οδηγήσει στην κατάργηση της προσημείωσης, αφού οι Τράπεζες, μετακυλίοντας πάντοτε το σχετική δαπάνη σε βάρος των οφειλετών τους-δανειοληπτών, θα εγγράφουν απευθείας υποθήκη, όπως διαφαίνεται από τις προτάσεις που κατατέθηκαν στην Επιτροπή. Περαιτέρω, δεν θα αφήνονται περιθώρια ανταγωνισμού μεταξύ των Τραπεζών, από τις οποίες άλλες θα αρκούνται στην εγγραφή προσημείωσης (με λιγότερα έξοδα εγγραφής) και άλλες θα απαιτούν εγγραφή υποθήκης, δεδομένου ότι όλες θα επιβάλλουν την εγγραφή της υποθήκης. Όμως, η προσημείωση υποθήκης  καθιερώθηκε και θεσπίστηκε και λειτούργησε έως τώρα ως ο πλέον διαδεδομένος τρόπος εξασφάλισης μιας απαίτησης, λόγω της ευελιξίας που προσφέρει τόσο σε σχέση με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την εγγραφή της, σε σύγκριση με τις αντίστοιχες έννομες συνέπειες της άμεσης εγγραφής υποθήκης, όσο και αναφορικά με τη διαδικασία που απαιτείται για την εγγραφή της, ακρογωνιαίος λίθος της οποίας αποτελεί δικαστική απόφαση που εκδίδεται κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, χωρίς ωστόσο να προηγηθεί απαραίτητα αντιδικία, αφού η εγγραφή προσημείωσης ενεργείται συνήθως με τη συναίνεση του οφειλέτη. Η πρακτική σημασία της εγγραφής προσημείωσης έγκειται στο γεγονός, ότι εξασφαλίζει στον δανειστή, που δεν έχει εμπράγματη ασφάλεια, τη δυνατότητα απόκτησης υποθήκης σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ειδικότερα, από τα 1277-1279 του Αστικού Κώδικα προκύπτει, ότι η προσημείωση χορηγεί μόνο δικαίωμα προτίμησης για την απόκτηση υποθήκης, η οποία μετά την τελεσίδικη επιδίκαση της ασφαλιζόμενης απαίτησης και τη νομότυπη μετατροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, λογίζεται ότι έχει εγγραφεί από την ημέρα της προσημείωσης και επάγεται έκτοτε τις έννομες συνέπειες τους. Από άποψη ουσιαστικού δικαίου δηλαδή, η προσημείωση αποτελεί υποθήκη με δύο αναβλητικές αιρέσεις: Η πρώτη είναι η αίρεση της τελεσιδικίας της απόφασης με την οποία επιδικάζεται η ασφαλιζόμενη με την προσημείωση απαίτηση.  Αν και το δικαίωμα προσδοκίας του προσημειούχου πιστωτή έχει την ίδια φύση με το πλήρες δικαίωμα της υποθήκης, δηλαδή είναι και αυτό εμπράγματο, έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, λόγω της διαφοράς που υπάρχει ως προς το περιεχόμενο μεταξύ των δύο δικαιωμάτων, με αποτέλεσμα να εφαρμόζονται ως προς την προσημείωση, μόνο αυτές από τις θεσπισμένες για την υποθήκη διατάξεις που συμβιβάζονται με τη φύση της ως δικαιώματος προσδοκίας. Σε αντίθεση δηλαδή με την υποθήκη, η προσημείωση έχει από τη φύση της προσωρινό χαρακτήρα, αφού όσο εκκρεμεί η αίρεση υπάρχει αβεβαιότητα ως προς τα εμπράγματα δικαιώματα επί του ακινήτου. Η δεύτερη αίρεση είναι αυτή της τροπής της προσημείωσης σε υποθήκη με τη σχετική σημείωση στο βιβλίο των υποθηκών μέσα σε ενενήντα (90) ημέρες από την τελεσιδικία της απόφασης που επιδικάζει την ασφαλιζόμενη απαίτηση. Εξάλλου, σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης πάνω στο βεβαρημένο ακίνητο, η προσημείωση αποσβένεται από και με την καταβολή του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή. Συνεπώς, σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης, το απώτατο χρονικό σημείο μέχρι του οποίου μπορεί να επέλθει η τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη είναι εκείνο της καταβολής του πλειστηριάσματος. Μετά την καταβολή αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, γιατί η προσημείωση ως εμπράγματο βάρος του ακινήτου παύει πια να υπάρχει. Περαιτέρω, σε περίπτωση που, προτού τραπεί η προσημείωση σε υποθήκη, χωρήσει αναγκαστικός πλειστηριασμός του ακινήτου, η απαίτηση υπέρ της οποίας έχει εγγραφεί η προσημείωση κατατάσσεται τυχαίως, δηλαδή με την αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασής της, και μάλιστα κατά τη σειρά της εγγραφής της προσημείωσης (άρθρο 1279 ΑΚ). Εν προκειμένω δε, για την προνομιακή ικανοποίηση της ασφαλιζόμενης με προσημείωση απαίτησης αρκεί μόνη η πλήρωση της πρώτης αίρεσης, δηλαδή η τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης, αφού η πλήρωση της δεύτερης αίρεσης, δηλαδή η εμπρόθεσμη τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, έγινε αδύνατη όχι από υπαιτιότητα του προσημειούχου δανειστή, αλλά λόγω της απόσβεσης της προσημείωσης, που επήλθε με την καταβολή του πλειστηριάσματος. Κανένα  «εγγενές» πρόβλημα, συνεπώς, δεν υφίσταται ως προς τη λειτουργία της προσημειώσεως και στις περιπτώσεις αυτές. Εξάλλου, οι δίκες για την τελεσίδικη επιδίκαση της εξασφαλιζόμενης απαίτησης δεν είναι, και δη άνευ ετέρου, περιττές, αφού σ’ αυτές πολλές φορές κρίνεται η καταχρηστικότητα όρων της σύμβασης από την οποία γεννήθηκε  το χρέος που ασφαλίζεται, κ.τ.λ.
  2. Λύση μίσθωσης σε πλειστηριασμό
    Ο Άρειος Πάγος (306/2014) έκρινε τα εξής: «… Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των αρθρ. 361, 574 και 593 Α.Κ., υπομίσθωση είναι η δυνάμενη κατ` άρθρο 11 Π.Δ. 35/1995 να συμφωνηθεί μεταξύ των μερών και στην εμπορικής μίσθωσης σύμβαση, με την οποία ο μισθωτής ενεργώντας ως εκμισθωτής, παραχωρεί τη χρήση του μισθίου, την οποία απέκτησε, με την κύρια μίσθωση, σε τρίτο (υπομισθωτή), με ορισμένο αντάλλαγμα και για ορισμένο χρόνο (Α.Π. 569/1996). Η ενοχική σχέση της υπομίσθωσης είναι παρεπόμενη αναφορικά προς την κύρια μίσθωση, από την οποία και εξαρτάται, με αποτέλεσμα αν αυτή η τελευταία είναι για οποιονδήποτε λόγο άκυρη, να μην μπορεί η υπομίσθωση λόγω ακριβώς του παρεπομένου χαρακτήρα της, να προβληθεί έναντι του εκμισθωτή, ακόμα και αν η ίδια είναι μεταξύ υπεκμισθωτή και υπομισθωτή κατά πάντα έγκυρη. Ο υπομισθωτής δεν προστατεύεται αυτοτελώς έναντι του εκμισθωτή. Έτσι αν υπάρχει υπομίσθωση, ο εκμισθωτής μπορεί να απαιτήσει το μίσθιο από τον υπομισθωτή. Όπως έχει γίνει δεκτό (Ολ. ΑΠ 14/92  – ΑΠ 1442/92) κατά την καθοιονδήποτε τρόπο λήξη της κύριας αστικής ή εμπορικής σύμβασης μισθώσεως, ο εκμισθωτής δικαιούται, κατά τη διάταξη του άρθρ. 599§2 Α.Κ. να απαιτήσει το μίσθιο ακίνητο, όχι μόνον από τον μισθωτή, αλλά και από τον μη συνδεόμενο μετ` αυτού δια συμβάσεως υπομισθωτή, έστω και αν η μεταξύ του μισθωτού και υπομισθωτού σύμβαση υπομισθώσεως είναι εκ των εις τα αρθρ. 1,2 του Ν. 813/78 διαλαμβανομένων. Περαιτέρω αν η μίσθωση συναφθεί από εκμισθωτή που δεν είχε δικαίωμα σε εκμίσθωση, τότε η μίσθωση δεσμεύει τον αληθή κύριο ή νομέα κατ` αρθρ. 14§ 1 του Π.Δ. 34/1995, μόνον εφόσον συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) ο μισθωτής να έχει την πεποίθηση ότι ο εκμισθωτής δικαιούται σε εκμίσθωση, δηλαδή να αγνοεί ανυπαιτίως τα δικαιώματα τρίτων στο μίσθιο ή την έλλειψη εξουσίας αντιπροσώπευσης του εκμισθωτή και β) ο αληθής δικαιούχος εκμισθώσεως να μην διαμαρτυρήθηκε προς τον μισθωτή εντός προθεσμίας τριών μηνών από την εκ μέρους του γνώση  της μίσθωσης. Τα ανωτέρω περί εφαρμογής του αρθρ. 14 Π.Δ. 34/1995 για την προστασία του καλόπιστου μισθωτή, δεν ισχύουν στην περίπτωση της υπομισθώσεως. Και τούτο ενόψει του σκοπού του νομοθέτη που είναι η αποφυγή περιπετειών του μισθωτή από την εκτέλεση σε βάρος του αποφάσεων που επιδικάζουν νομή ή εμπράγματα δικαιώματα σε τρίτο, ο δε υπομισθωτής μπορεί να προστατευθεί με τις διατάξεις των αρθρ. 238, 281, 361 Α.Κ. Περαιτέρω, μετά την κατάργηση του αρθρ. 7§1 του Ν. 813/78, στις μισθώσεις που ρυθμίζονται από το νόμο αυτό η μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης στο νέο κτήτορα χωρεί εκ του νόμου (ex lege) και χωρίς τις διακρίσεις των αρθρ. 614 και 615 Α.Κ., με την έννοια ότι ο νέος κτήτορας υπεισέρχεται από το νόμο στην μισθωτική σχέση και αποκτά τα σχετικά δικαιώματα στην έκταση που τα είχε και ο δικαιοπάροχος του εκμισθωτής (ολ. Α.Π. 6/2004, Α.Π. 426/2004). Η γνώση ή η άγνοια του μισθωτή για την` εκποίηση του μισθίου δεν ασκεί επίδραση σχετικά με την επέλευση των αποτελεσμάτων της και δεν απαιτείται για το λόγο αυτό και γνωστοποίηση της στο μισθωτή.  Προκειμένου να χωρήσει υπεισέλευση του νέου κτήτορα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του παλαιού, αναφορικά με την εμπορική μίσθωση, πρέπει να επέλθει μεταβίβαση του μισθίου ακινήτου για νόμιμη αιτία και μεταγραφή της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας (1033, 1192 αριθ. 1, 1194§1, 1198 και 1201 ΑΚ). Τα ίδια ισχύουν και στην απόκτηση του μισθίου από πλειστηριασμό, καθότι είναι αδιάφορο αν η μεταβίβαση του μισθίου ακινήτου επέρχεται εκουσίως ή κατόπιν αναγκαστικού πλειστηριασμού. Έτσι και ο υπερθεματιστής από της αποκτήσεως της κυριότητος του μισθίου (αρθρ. 1005 Κ.Πολ.Δ.) υπεισέρχεται στη μίσθωση αν ο πλειστηριασμός έγινε σε βάρος του εκμισθωτή κυρίου του μισθίου (Α.Π. 259/1993, 1230/1994). Ειδικότερα για να χωρήσει υπεισέλευση του νέου κτήτορα στη μισθωτική σχέση, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, η εκποίηση να γίνει από τον κύριο του μισθίου που ήταν συγχρόνως και εκμισθωτής (ΑΠ 1693/1997, 259/1993).  Αντιθέτως, ο υπερθεματιστής δεν υπεισέρχεται στη μίσθωση, αν ο πλειστηριασμός έγινε σε βάρος του μη εκμισθωτή κυρίου του μισθίου (Α.Π. 259/1993). Εκμισθωτής πρέπει να είναι ο ιδιοκτήτης εναντίον του οποίου έγινε η κατάσχεση και ο πλειστηριασμός. Έτσι ο υπερθεματιστής είναι ειδικός διάδοχος του καθού εγένετο η κατάσχεση. Συνεπώς, εάν τρίτος μη έλκων δικαιώματα εκ του ιδιοκτήτου, εναντίον του οποίου εγένετο η εκτέλεση, εκμίσθωσε το πλειστηριασθέν, η μίσθωση αυτή δεν δεσμεύει τον υπερθεματιστή. Κρίσιμος όμως καθίσταται ο χρόνος της κατάσχεσης, καθότι οι συνέπειες ως προς την μίσθωση είναι διαφορετικές. Ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρ, 997 Κ.Πολ.Δ. «μετά την κατάσχεση του ακινήτου η εκμίσθωση του από τον οφειλέτη ή τον τρίτο κύριο ή νομέα ή η παραχώρηση της χρήσης ή κατοχής του, βάσει άλλης έννομης σχέσης, μπορεί να καταγγελθεί από τον υπερθεματιστή μέσα σε προθεσμία τριών (3) μηνών από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης. Με την καταγγελία αυτή η μίσθωση ή άλλη σχέση λύεται μετά εξάμηνο και χωρεί η κατ` άρθρ. 1005§2 εκτέλεση …». Κατά το άρθρ. 1009 Κ.Πολ.Δ. «Αν το ακίνητο που πλειστηριάστηκε ήταν μισθωμένο, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρ. 614 και 616 Α.Κ. Στην περίπτωση του άρθρ. 615 Α.Κ. η περίληψη εκτελείται κατά του μισθωτή, αφού περάσουν οι προθεσμίες του άρθρου αυτού που αρχίζουν αφότου η περίληψη επιδοθεί στον μισθωτή». Η διάταξη του άρθρ. 1009 Κ.Πολ.Δ. εφαρμόζεται μόνο αν η μίσθωση είχε συναφθεί πριν από την κατάσχεση του μισθίου, ενώ αν η μίσθωση είχε συναφθεί μετά την κατάσχεση εφαρμόζεται το άρθρ. 997 του Κ.Πολ.Δ. Οι ως άνω διατάξεις εφαρμόζονται επίσης και επί των εμπορικών μισθώσεων. Κατά το άρθρ. 1009 Κ.Πολ.Δ. ολόκληρη η έννομη σχέση της μισθώσεως μεταβιβάζεται στον υπερθεματιστή, ο οποίος λαμβάνει πλέον τη θέση του εκμισθωτού. Αντίθετα υπάρχει σχετική ακυρότητα της μισθώσεως η οποία έλαβε χώρα μετά την κατάσχεση σύμφωνα με το άρθρο 997 Κ.Πολ.Δ. Η διάταξη του άρθρ. 997 Κ.Πολ.Δ. αποσκοπεί στην πάταξη της κακόπιστης συμπεριφοράς των συναλλασσομένων εξ αιτίας προηγούμενης συμπαιγνίας και ως ειδική εφαρμόζεται και στις εμπορικές μισθώσεις. Κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη, αν πρόκειται για μίσθωση που υπάγεται στο καθεστώς του Π.Δ. 34/1995 και ακολουθήσει πλειστηριασμός, ο υπερθεματιστής δεν υπεισέρχεται στη μίσθωση, παρέχεται όμως από τη διάταξη της Κ.Πολ.Δ. 997 στον υπερθεματιστή το μείζον διαπλαστικό δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση μέσα στην τρίμηνη προθεσμία από την μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης (Ολ.ΑΠ 6/2004).  Έκρινε, επίσης, (ΑΠ 425/2014), ότι: «….. κατά το άρθρο 46 παρ. 1 του ν. 1892/1990, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του ν. 2000/1991, «Επιχείρηση, που έχει αναστείλει ή διακόψει τη λειτουργία της για οικονομικούς λόγους ή είναι σε κατάσταση παύσης πληρωμών ή έχει πτωχεύσει ή τεθεί υπό διοίκηση και διαχείριση των πιστωτών ή υπό προσωρινή διαχείριση ή υπό εκκαθάριση οποιασδήποτε μορφής ή παρουσιάζει έκδηλη οικονομική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, υποβάλλεται στην προβλεπόμενη από τα άρθρα 9 και 10 του νόμου αυτού εκκαθάριση, ύστερα από απόφαση του εφετείου της έδρας της επιχείρησης, εκδιδόμενη με βάση τις διατάξεις του προαναφερομένου άρθρου 9 του ν. 1386/1983 και έπειτα από αίτηση πιστωτή ή πιστωτών εκπροσωπούντων το 20% των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών της …». Με το άρθρο 46α του ν. 1892/1990, που προστέθηκε με το άρθρο 14 του ανωτέρω ν. 2000/1991, ορίσθηκε ότι: «1. Μετά από αίτηση των πιστωτών που εκπροσωπούν το 51% τουλάχιστον των κατά της επιχείρησης της παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου απαιτήσεων …… το εφετείο με την απόφασή του της παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου ή με μεταγενέστερη απόφασή του διατάσσει ειδική  εκκαθάριση……. 2. Μετά τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου, ο εκκαθαριστής υποχρεούται να προβεί στη λεπτομερή καταγραφή και την εν συνεχεία πώληση, με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό όλου του ενεργητικού της επιχείρησης ως συνόλου, είτε η επιχείρηση ευρίσκεται εν λειτουργία είτε όχι…….. Ως ενεργητικό νοείται το σύνολο των αναγραφόμενων στον τελευταίο εγκεκριμένο από τη Γ.Σ. ισολογισμό της εταιρείας στοιχείων του ενεργητικού και των τυχόν άλλων μη αναγραφόμενων στον ισολογισμό στοιχείων και δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των πάσης φύσεως απαιτήσεων, σημάτων, δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας και εμπορικής επωνυμίας………7. Εφόσον εγκρίνουν την έκθεση αξιολόγησης και την προτεινόμενη κατακύρωση πιστωτές που εκπροσωπούν 51% τουλάχιστον των κατά της επιχείρησης απαιτήσεων της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, ο εκκαθαριστής συνάπτει με τον πλειοδότη ενώπιον του επί του πλειοδοτικού διαγωνισμού συμβολαιογράφου τη σύμβαση μεταβίβασης του ενεργητικού της επιχείρησης…… Η σύμβαση αυτή επέχει θέση τελεσίδικης κατακύρωσης του άρθρου 1003 επ. του ΚΠολΔ …… 8 εδ. β και γ. Μετά την καταβολή του συμφωνηθέντος πλειστηριάσματος ή του συμφωνηθέντος ως αμέσως καταβλητέου ποσού ……ο εκκαθαριστής συντάσσει αμελητί …. είτε πράξη εξοφλήσεως είτε πράξη πιστοποιήσεως εκπληρώσεως των παραπάνω υποχρεώσεων του πλειοδότη. Η πράξη αυτή, στην οποία προσαρτάται η σύμβαση μεταβίβασης, επέχει θέση περιλήψεως εκθέσεως κατακυρώσεως του άρθρου 1005 του ΚΠολΔ και εφαρμόζονται επ` αυτής αναλόγως όσα ισχύουν επί της τελευταίας. 9 εδ. β. Επί της μεταβιβάσεως του συνόλου του ενεργητικού της επιχειρήσεως του παρόντος άρθρου δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ». Εξάλλου με το άρθρο 9 παρ. 3 του ν. 2244/1994 ερμηνεύθηκε αυθεντικώς η ανωτέρω παράγραφος 8 του άρθρου 46α  του ν. 1892/1990 και ορίσθηκε ότι «Η κατ άρθρο 46α του ν. 1892/1990 πράξη πιστοποίησης εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του αγοραστή επέχει κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής θέση περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του άρθρου 1005 του ΚΠολΔ και έχει ως άμεση έννομη συνέπεια, μετά τη μεταγραφή της και το σχετικό αίτημα προς τον υποθηκοφύλακα, την εξάλειψη και διαγραφή των υφιστάμενων υπέρ τρίτων βαρών, που έχουν εγγραφεί πριν από τη θέση των επιχειρήσεων σε ειδική εκκαθάριση». Επομένως, με τις διατάξεις αυτές δίδεται ρητώς στον πλειοδότη, με εξομοίωση κατά παραπομπή στην αναγκαστική εκτέλεση, που ακολουθεί την κατακυρωτική έκθεση, σύμφωνα με το άρθρο 1005 του ΚΠολΔ, αφενός δικαίωμα αναγκαστικής εκτελέσεως άνευ άλλης προϋποθέσεως κατά του νομέα ή κατόχου περιουσιακών στοιχείων που συνιστούν ενεργητικό της εκκαθαρισθείσης επιχειρήσεως, ειδικότερα για την ανάληψη της κατοχής του ακινήτου (943 ΚΠολΔ), αφετέρου δικαίωμα εξαλείψεως της τυχόν υποθήκης ή προσημειώσεως που θεωρούνται από το νόμο ως αποσβεσθείσες. Περαιτέρω, με το άρθρο 31 παρ. 3 του ν. 2538/1997 ορίσθηκε ότι «Σε περίπτωση που η οφειλέτρια επιχείρηση τεθεί υπό την ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46α του ν. 1892/1990, που προστέθηκε με το άρθρο 14 του ν. 2000/1991, χωρεί η κατ` άρθρο 943 ΚΠολΔ αναγκαστική εκτέλεση υπέρ της υπό εκκαθάριση επιχείρησης και εναντίον των μισθωτών αυτής, καθώς και κατά οποιουδήποτε αντλεί δικαιώματα από αυτούς ή κατέχει, νέμεται ή χρησιμοποιεί με οποιαδήποτε έννομη σχέση τα ακίνητα, μηχανήματα και λοιπές εγκαταστάσεις της επιχείρησης, που είναι τίτλοι εκτελεστοί ………. . Η παρούσα διάταξη ισχύει και για τις επιχειρήσεις που τελούν ήδη σε ειδική εκκαθάριση». Με τη διάταξη αυτή ρυθμίζεται ακόμη ειδικότερα, αλλά κατ` απόκλιση πλέον από τις αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 1009 ΚΠολΔ και 614 ΑΚ το ζήτημα της υπάρξεως μισθωτικής σχέσεως επί ακινήτου περιουσιακού στοιχείου της εκκαθαρισθείσης επιχειρήσεως, αποκλειόμενης της κατά τα ανωτέρω άρθρα 1009 ΚΠολΔ και 614 ΑΚ υπεισελεύσεως στη μισθωτική σχέση στην προκειμένη περίπτωση. Οι διατάξεις, συνεπώς, περί καθεστώτος ειδικής εκκαθαρίσεως των επιχειρήσεων με οικονομική αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών τους (των προβληματικών επιχειρήσεων) τίθεται με το σαφή νομοθετικό σκοπό τη διάσωση και επιβίωσή τους, ώστε να συνεχίζεται η λειτουργία τους με το υφιστάμενο ενεργητικό (όπως αυτό προσδιορίζεται ανωτέρω από τον ίδιο νόμο), ταυτοχρόνως δε απαλλαγμένες από τα χρέη που τις βαρύνουν. Υπηρετούν δηλαδή οι ανωτέρω διατάξεις ευρύτερο δημόσιο σκοπό, χωρίς να προβλέπεται οποιαδήποτε εξαίρεση ή ρήτρα διαφυγής από την εφαρμογή τους σε συγκεκριμένη περίπτωση. Ακόμη ειδικότερα με το ίδιο άρθρο 31 παρ. 3 του ν.2538/1997 προβλέπεται η εφαρμογή των διατάξεων της ειδικής εκκαθαρίσεως ρητώς και γενικώς και επί των εκκρεμών μισθωτικών σχέσεων που βαρύνουν τα ακίνητα, μηχανήματα και λοιπές εγκαταστάσεις της εκκαθαρισθείσας επιχείρησης, θεωρούμενης της μισθωτικής σχέσεως ως στοιχείου του παθητικού απευθείας από το νόμο, ανεξαρτήτως του αν η μισθωτική σχέση είναι νόμιμη ή όχι, είτε κατά το ν.4112/1929 (άρθρο 4 παρ. 2 και 3), είτε κατ εφαρμογή άλλου νόμου. Συνεπώς, οι ανωτέρω και νεότερες του ν.1652/1986, περί χρονομεριστικών μισθώσεων, διατάξεις της ειδικής εκκαθαρίσεως των προβληματικών επιχειρήσεων δεν διακρίνουν και άρα, ως ειδικότερη ρύθμιση, εφαρμόζονται και επί της ενοχικής υποσχετικής σχέσεως της χρονομεριστικής μισθώσεως και μάλιστα επί του άρθρου 2 παρ. 1 του νόμου αυτού (1652/1986), με τη διάταξη του οποίου ορίζεται ότι «οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι του μισθωτή και εκμισθωτή υπεισέρχονται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του δικαιοπαρόχου τους που απορρέουν από τη σύμβαση (Ολ.ΑΠ 16/2006)…». Συνεπώς, το όλο θέμα της τύχης των μισθώσεων σε περιπτώσεις πλειστηριασμού του μισθίου ακινήτου ή της επιχείρησης είναι λυμένο νομολογιακά και νομοθετικά. Εκτός και αν πρόκειται να μεταβληθούν, εκτός των διατάξεων του άρθρου 1009 (ίσως και του 1005) και οι διατάξεις των άρθρων 614 και 615 του Α.Κ. Διότι δεν είναι δυνατόν να γίνεται λόγος για «συλλήβδην» «εικονικές μισθώσεις» επιχειρήσεων ή εργοστασίων κ.τ.λ., όταν λ.χ. η μακροχρόνια (και όχι μόνο αυτή) μίσθωση έχει μεταγραφεί στο υποθηκοφυλακείο ή έχει καταχωριστεί στο κτηματολογικό γραφείο και τα μέρη (προφανώς ο μισθωτής) έχουν υποβληθεί στη σημαντική δαπάνη της σχετικής καταχώρισης, η οποία υπολογίζεται επί του συνόλου των μισθωμάτων όλης της διάρκειας της μισθώσεως. Δηλαδή, η προτεινόμενη ρύθμιση, δεν γεννιέται από την ανάγκη αντιμετώπισης νομοθετικού ή νομολογιακού κενού ή διχογνωμίας, αλλά από την ανάγκη υπηρέτησης μιας αντίληψης σύμφωνα με την οποία οι πλειστηριασμοί επιχειρήσεων, ξενοδοχείων, εργοστασίων, κ.τλ., θα καθίστανται τελεσφόροι  και δελεαστικοί, αν οι υπάρχουσες μισθώσεις, λύονται αυτόματα με τον πλειστηριασμό. Τούτο, ασφαλώς, συνέχεται με την εμφάνιση  ξένων υπερθεματιστών-επενδυτών, διότι  μάλλον είναι απίθανο να εμφανιστούν τέτοιοι εγχώριοι ενόψει της στενότητας ή και έλλειψης ρευστότητας.  Αυτό, όμως, δεν είναι αρκετό για να καταλύσει την προστασία του μισθωτή. Προέχει η προστασία του καλόπιστου μισθωτή, ιδίως μάλιστα όταν η μίσθωση έχει λάβει την απαιτούμενη κατά νόμο δημοσιότητα με καταχώριση στο Κτηματολογικό Γραφείο, μεταγραφή στο Υποθηκοφυλακείο, κ.ο.κ. Εξάλλου,  κραυγαλέες και εξόφθαλμες περιπτώσεις εικονικών μισθώσεων θα μπορούν να αντιμετωπιστούν με την αναγνώρισή τους από τα  Δικαστήρια, ενώ, σε κάθε περίπτωση, ο υπερθεματιστής θα μπορεί να ζητήσει διάπλαση της έννομης σχέσης (ιδίως του ύψους του μισθώματος, κ.τ.λ.) με δικαστική απόφαση, επικαλούμενος τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κ.τ.λ., αν το μίσθωμα είναι μικρό, να ζητήσει αναγνώριση τυχόν εικονικότητας μόνο ως προς το ύψος του μισθώματος, κ.τ.λ. Το επιχείρημα ότι με τη λύση της μίσθωσης στην περίπτωση πλειστηριασμών (έστω επιχειρήσεων, εργοστασίων, ξενοδοχείων, κ.α.) το δέλεαρ για τους επενδυτές-υπερθεματιστές θα είναι μεγάλο, επειδή θα μπορούν, τάχα, αμέσως να εκμεταλλευτούν οι ίδιοι, όπως εκείνοι προγραμματίζουν, την επιχείρηση, το εργοστάσιο ή το ξενοδοχείο, δεν μπορεί να αποβεί σε βάρος του καλόπιστου μισθωτή, ο οποίος επίσης έχει ήδη κάνει τον προγραμματισμό του, έχει υποβληθεί σε δαπάνες, προσδοκά σε απόσβεση αυτών σε συγκεκριμένο μήκος χρόνου, κ.ο.κ. Στην έσχατη περίπτωση θα μπορεί ίσως να προβλεφθεί η  δυνατότητα  του υπερθεματιστή να καταγγείλει τη μίσθωση, μετά από κάποιο χρόνο, λ.χ. τριετία, και καταβάλλοντας ανάλογη αποζημίωση.
  1. Δυνατότητα πολλαπλών κατασχέσεων Η απαγόρευση της δεύτερης κατάσχεσης, δη­λαδή το σύστημα της μοναδικής κατάσχεσης, που ίσχυε ανέκαθεν, δέχθηκε ρήγματα, με καθιέρωση του συστήματος της πολλαπλότητας των κατασχέ­σεων, από τον Ν. ΓΨΙΖ/24 Απριλίου 1910, που τροποποίησε το αρθρ 270 ΕΝ για την κατάσχεση πλοίου, το ν.δ. της 17.7/13.8.1923 «περί ειδικών δια­τάξεων επί ανωνύμων εταιριών», το ν 4332/1929 (αρθρ 14 παρ 5), που αποτελεί το κα­ταστατικό της Αγροτικής Τράπεζας και τον  ΝΕΔΕ, του οποίου τις σχετικές διατά­ξεις επαναλαμβάνει και το νδ 356/74 στο αρθρ 12 (ΚΕΔΕ)  Ακόμη, για την κατάσχεση πλοίου ισχύει η διάταξη του αρθρ 214 ΚΙΝΔ, που δεν καταργήθηκε με το αρθρ 58 ΕισΝΚΠολΔ, η οποία επιτρέπει την επιβολή δεύτερης κατάσχεσης, για την προαγωγή της ναυτικής πίστης. Τυχόν προηγούμενη κατάσχεση κατά τις άνω ειδικές διατάξεις δεν εμποδίζει την από άλλο δανειστή και κατά το κοινό δικονομικό δίκαιο επιβολή νέας αναγκα­στικής κατάσχεσης και παράλληλα η κατά το κοινό δίκαιο επιβολή κατάσχεσης δεν εμποδίζει την κατά τις άνω ειδικές διατάξεις επιβολή νέας κατάσχεσης. Ειδικά, η κατά το νδ της 17.7/13.8.1923 πολλαπλότητα των κατασχέσεων έχει τις εξής ιδιαιτερότητες: Η στο βιβλίο κατασχέσεων και ως αναγκαστική κατάσχεση ισχύουσα, κατ’ αρβρ 57 του νδ της 17.7/13.8.1923, στην επισπευδόμενη κατά τις διατάξεις αυτού αναγκαστική εκτέ­λεση, εγγραφή της επιταγής προς πληρωμή, περιορίζει το προς διάθεση δικαίωμα, αφού ρητά με τη διάταξη αυτή εξομοιώνεται η εγγραφή αυτή με την αναγκαστική κα­τάσχεση. Ενόψει δε του ότι καμία άλλη διατύπωση δεν απαιτείται από το νόμο, το άνω αποτέλεσμα αρχίζει τόσο για τον οφειλέτη όσο και για τους τρίτους από το χρονικό σημείο της εγγραφής. Η ακυρότητα της διάθεσης είναι ταγμένη όχι μόνο υπέρ της ανώνυμης εταιρίας (ή Τράπεζας) του νδ που την επέβαλε αλλά και υπέρ των αναγγελθέντων και κατ’ επέκταση, και οι εγγραφές των πράξεων (υποθηκών, προ­σημειώσεων και μεταγραφές) είναι μη αντιτάξιμες έναντι αυτών, αφού δεν υπάρχει αντίθετη, όπως στο αρθρ 38 του ΚΕΔΕ, ρύθμιση από τους γενικούς ορισμούς. Αν όμως η ανώνυμη εταιρία παραιτηθεί από την κατάσχεσή της αυτή πριν από τον πλειστη­ριασμό, οι αναγγελθέντες δανειστές, και αν η απαίτηση τους στηρίζεται σε εκτελεστό τίτλο, δεν μπορούν να προβάλουν την ακυρότητα, γιατί η αναγγελία πιστωτή κατά την επισπευδόμενη με τις άνω ειδικές διατάξεις αναγκαστική εκτέλεση, δεν μπορεί να έχει αποτέλεσμα αυτοδύναμης κατάσχεσης. Η ως άνω εγγραφή της επιταγής προς πληρωμή δεν εμποδίζει άλλο δανειστή να προβεί σε αναγκαστική κατάσχεση του ίδιου ακινήτου, ούτε η κατάσχεση άλλου δανειστή εμποδίζει την εταιρία του νδ ή την Τρά­πεζα να εγγράψει την επιταγή της, σε καθεμία δε από τις δύο κατασχέσεις προβαίνει παραλλήλως η αναγκαστική εκτέλεση, και η πρώτη κατακύρωση επάγεται την ακύ­ρωση της άλλης εκτέλεσης. Μολονότι δε κατά το γράμμα της ανωτέρω διάταξης στην εκτέλεση κατά το σύστημα που καθιερώθηκε με το προαναφερθέν ν.δ. επιτρέπε­ται, κατά παρέκκλιση της αρχής που κρατεί στο κοινό εκτελεστικό δίκαιο (αρθρ 997 παρ 5 ΚΠολΔ), η κατάσχεση του ιδίου ακινήτου από άλλο δανειστή (σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠολΔ ή του ιδίου ν.δ/τος), δεν έπεται ότι απαγορεύεται η επιβολή δεύ­τερης κατάσχεσης στον ήδη κατασχόντα, σύμφωνα με τις εν λόγω ειδικές διατάξεις, δανειστή, πράγμα το οποίο θα ήταν αντίθετο στο πνεύμα της εν λόγω διάταξης. Κατά τη διάταξη του αρθρ 58 παρ 4 του άνω ν.δ/τος, αν πρόκειται να διενεργηθεί πλειστηριασμός δυνάμει δύο κατασχέσεων, την ίδια ημέρα, το Μονομελές, Πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, μετά από αίτηση κάποιου από τους κατασχόντες, αποφαίνεται ποιος από τους πλειστηριασμούς θα προηγηθεί.  Ενόψει όλων των παραπάνω, υποστηρίζεται η θέση ότι  θα πρέπει να τροποποιηθεί το ισχύον σύστημα προς την κατεύθυνση του να επιτρέπεται  η εγγραφή πολλαπλών κατασχέσεων. Αυτό, όμως, θα προϋποθέτει και υιοθέτηση των όσων  αναφέρονται στο άρθρο 58 παρ. 3επ. του Ν.Δ/τος του 1923, έτσι ώστε, αν πρόκειται να διενεργηθεί πλειστηριασμός δυνάμει δύο κατασχέσεων, την ίδια ημέρα, το Μονομελές, Πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, μετά από αίτηση κάποιου από τους κατασχόντες, να αποφαίνεται ποιος από τους πλειστηριασμούς θα προηγηθεί. Το ίδιο δικαίωμα πρέπει να αναγνωριστεί και στον οφειλέτη, καθώς επίσης  στους αναγγελμένους σε οποιονδήποτε από τους επισπευδόμενους πλειστηρια­σμούς δανειστές. Να ορίζεται ότι στην κρίση του Δικαστηρίου για την προτίμηση οποιουδήποτε από τους επισπευδόμενους πλειστηριασμούς, θα λαμβάνεται υπόψη, κατά σειρά αξιολόγησης ίσως, η τυχόν ύπαρξη ακυ­ροτήτων για τις οποίες ασκήθηκε ανακοπή, η τυχόν μεγαλύτερης έκτασης δημοσιό­τητα ή η μεγαλύτερη τιμή πρώτης προσφοράς και ο χρόνος επιβολής των κατασχέ­σεων. Αν δε χωρήσει προσφυγή στο Δικαστήριο και διεξαχθούν ταυτόχρονα οι πλει­στηριασμοί, όλοι θα είναι έγκυροι, κύριος όμως του πράγματος γίνεται υπερθεματιστής που μετέγραψε πρώτος, ενώ οι άλλες κατακυρώσεις ματαιώνονται.  Επίσης, επειδή το σύστημα των πολλαπλών κατασχέσεων δεν συμβιβάζεται με  το θεσμό της υποκατάστασης, δεδομένου ότι  κάθε μια διαδικασία, που θα έχει ως αφετηρία την ανάλογη κατάσχεση κινείται αυτοτελώς και ανεξάρτητα από τις άλλες, χωρίς να αλληλοεπηρεάζονται, θα πρέπει να ρυθμιστούν, ίσως και με μεταβατικές διατάξεις, οι εκκρεμείς διαδικασίες και τα συνακόλουθα ζητήματα υποκατάστασης που θα αφορούν αυτές. Ακόμη, θα πρέπει να διευκρινιστεί εάν και ποια επίδραση θα έχουν στη νέα ρύθμιση οι στο μεταξύ ισχύουσες ειδικές διατάξεις που επέτρεπαν ήδη την πολλαπλότητα των κατασχέσεων. Λ.χ. οι Τράπεζες θα έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν την κατάσχεση με μόνη την εγγραφή της επιταγής προς πληρωμή, όπως τους το επιτρέπει η διάταξη του άρθρου 57 παρ. 4 του Ν.Δ. 17/7-13/8/1923;
  2. Αντιρρήσεις: Το σύστημα της απαγόρευσης επιβολής δεύτερης κατάσχεσης (υπό τον όρο της εγκυρότητας της πρώτης), αποτελεί κύρια έκφραση της θεμελιώδους αρχής του άρθρου 108 του ΚΠολΔ, δηλαδή της πρωτοβουλίας του διαδίκου. Ο κατασχών έχει τα ηνία της διαδικασίας. Αυτός κινείται στο δρόμο της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης. Οι άλλοι δανειστές αναμένουν, είτε να αναγγελθούν είτε να ζητήσουν υποκατάσταση. Ακόμη, η έως τώρα, δυνάμει των προαναφερθεισών ειδικών διαδικασιών, ισχύουσα «πολλαπλότητα των κατασχέσεων», ΔΕΝ επιδρούσε ΑΜΕΣΑ επί της κατά τον ΚΠολΔ επισπευδόμενης εκτελεστικής διαδικασίας. Έτσι, ο δανειστής, που επέβαλε πρώτος την κατάσχεση, είχε, υπό την επιφύλαξη των όσων περί αναγγελίας και υποκατάστασης προβλέπονταν, τον πρώτο λόγο, τα ηνία, ανεξάρτητα από τη δυνατότητα λ.χ. των Τραπεζών να επιβάλουν και δεύτερη ή τρίτη κατάσχεση στο ίδιο ακίνητο και εν γένει στο ίδιο περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη.  Είναι προφανές ότι όλα τα παραπάνω ανατρέπονται υπέρ των ανωνύμων εταιρειών και σε βάρος των ιδιωτών δανειστών, εάν επιτραπεί η πολλαπλότητα των κατασχέσεων και κατά τον ΚΠολΔ: Οι ανώνυμες εταιρείες (βλ. Τράπεζες), με βάση  το σύστημα της «εταιρικής εκτέλεσης κατά το ν.δ. του 1923», θα επιβάλλουν την κατάσχεση με μόνη την  εγγραφή της επιταγής προς πληρωμή στο βιβλίο κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου ή με καταχώρισή της στο Κτηματολογικό Γραφείο –άρθρο 57 παρ. 4-. Ο ιδιώτης θα έπεται, χρονικά, με βάση τη διαδικασία, αφού γι’ αυτόν θα απαιτείται μεγαλύτερος χρόνος έως ότου η δική του, μεταγενέστερη συνήθως εκ των πραγμάτων χρονικά κατάσχεση, θα απαιτεί μεγαλύτερο χρόνο έως τον πλειστηριασμό, από το χρόνο που θα απαιτείται για την Τράπεζα. Εξ ετέρου, ενώ ο ιδιώτης δανειστής θα επιδίδει σήμερα επιταγή προς πληρωμή και θα μπορεί να προβεί σε κατάσχεση και εγγραφή της στο Υποθηκοφυλακείο μετά 4-5 μέρες, στο μεταξύ διάστημα η Τράπεζα, θα εγγράφει τη δική της κατάσχεση με μόνη την επιταγή προς πληρωμή και θα επιτυγχάνει ορισμό χρόνου διενέργειας του πλειστηριασμού  συντομότερο εκείνου που θα μπορεί να ορίσει ο ιδιώτης. Οπότε τα περί δικαστικού καθορισμού του πλειστηριασμού που θα διεξαχθεί τίθενται εκποδών, καθόσον προϋποθέτουν τη σύγχρονη διενέργεια τέτοιων (πλειστηριασμών). Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο, αν αυτό γίνει από περισσότερες Τράπεζες – οφειλέτριες.  Οι οποίες θα μπορούν να ενεργήσουν και σε συνεννόηση μαζί τους, καθορίζοντας τους «όρους» και τις συνθήκες εκπλειστηρίασης του περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη, ο οποίος και αυτός θα γίνεται ουσιαστικά έρμαιό τους.  Με το υπάρχον σύστημα οι Τράπεζες σε τίποτε δεν ζημιώνονται: Ι. Διότι εξακολουθεί να υπηρετείται ο βασικός κανόνας της Πολιτικής Δίκης: Η πρωτοβουλία του διαδίκου: Αν η Τράπεζα ενεργήσει πρώτη την κατάσχεση, θα προστατεύεται με την απαγόρευση δεύτερης κατάσχεσης. Αν, όμως, κινείται μόνο και μόνο επειδή ιδιώτης δανειστής, με βάση το σύστημα της πρωτοβουλίας, κινήθηκε πρώτος, δεν είναι δίκαιο να τίθεται σε θέση «ισχύος». ΙΙ. Έχει τη δυνατότητα να προστατεύσει τα συμφέροντά της, είτε αναγγελλόμενη είτε υποκαθιστάμενη, πάντοτε με την τήρηση των όσων προβλέπονται σχετικά.  Στο τέλος-τέλος, πλειστηριασμοί ακινήτων δεν γίνονται όχι λόγω της απαγόρευσης επιβολής δεύτερης κατάσχεσης, αλλά λόγω της απαξίας των ακινήτων και της έλλειψης ρευστότητας. Εκτός και αν αναφερόμαστε σε ακίνητα φιλέτα, λ.χ. επιχειρήσεις, εργοστάσια και ξενοδοχεία ή και ιδιωτικά νοσοκομεία, τα οποία ασφαλώς και θα μπορούν να ενδιαφέρουν Τράπεζες και άλλες εταιρείες, εγχώριες και αλλοδαπές.
  3. Προνόμια: Οι διατάξεις των άρθρων 975, 976 και 977 ΚΠολΔ πρέπει να διατηρηθούν ως έχουν, θεωρώ ότι δεν υπάρχει λόγος να τροποποιηθούν, δεδομένου ότι εξυπηρετούν και τον κοινωνικό σκοπό που υπηρετούν. Σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων οι οποίες ασφαλίζονται με τα τέσσερα πρώτα γενικά προνομία (παρ. 1, 2, 3 και 4 του άρθρου 975 ΚΠολΔ) κατά κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα, οι δε λοιπές προνομιούχες απαιτήσεις του άρθρου 975 ΚΠολΔ όταν συντρέχουν με απαιτήσεις του άρθρου 976 παρ. 1 και 2 (ειδικά προνόμια) να ικανοποιούνται όλες συμμέτρως (χωρίς διαίρεση του εκπλειστηριάσματος σε ποσοστά) και όταν συντρέχουν με απαιτήσεις της παρ. 3 του άρθρου 976 ΚΠολΔ να προηγούνται οι ασφαλισμένες με τα γενικά προνόμια των παρ. 5, 6 και 7 του άρθρου 975.

Σε κάθε περίπτωση όμως βάση συζητήσεως μπορεί να αποτελέσει η αναμόρφωση του θεσμού, πάντοτε στα πλαίσια της δίκαιης δίκης, της οποίας αναπόσπαστο τμήμα αποτελεί και η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης. Εντός των πλαισίων αυτών,  χρήσιμο θα ήταν να ερευνηθεί η επέκταση και ανάλογη εφαρμογή της “δικονομίας της σύνθετης διοικητικής διαδικασίας” (αυτοτελής προσβολή κάθε επί μέρους πράξης και οι λοιπές πράξεις που επακολουθούν να λογίζονται συμπροσβαλλόμενες η προσβολή της τελικής πράξης, δηλαδή της εκθέσεως πλειστηριασμού και οι λοιπές πράξεις που προηγήθηκαν να λογίζονται συμπροσβαλλόμενες με την έννοια ότι μπορεί να προβάλλονται με την ανακοπή και λόγο ακυρώσεως που στρέφονται κατ’ αυτών), όπως και παλαιότερα η Ολομέλεια των Προέδρων είχε προτείνει, δεδομένου ότι έτσι, απλοποιείται σημαντικά η διαδικασία, χωρίς να παραβλέπεται το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας του θιγόμενου.

Τέλος, υπενθυμίζεται ότι, όπως έχει παγίως κριθεί από τα Ελληνικά Δικαστήρια αλλά και το ΕΔΔΑ, η χορήγηση σύντομης προθεσμίας (5 ή 10 ημερών) προς άσκηση  προσφυγής παραβιάζει την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο.Η άσκηση ενδίκων μέσων, που είναι κατοχυρωμένα από το Σύνταγμα, τον ΧΘΔ της ΕΕ, την ΕΣΔΑ και τα Πρωτόκολλα αυτής και το ΔΣΑΠΔ, καταργήθηκε ή καταλύθηκε ή επλήγη στον πυρήνα της ή κατέστη από γενικός και υπερνομοθετικής ισχύος κανόνας δικαίου σε μια άκρως περιορισμένη εξαίρεση, σπανίως εφαρμοζόμενη. 

IV. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΤΩΝ ΔΙΚΩΝ Στα πλαίσια του διαλόγου (επιγραμματικά και ενδεικτικά), με την εξυπακουόμενη επισήμανση ότι το δικαίωμα στην ταχεία δίκη, αποτελεί ειδικότερη έκφανση του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο, σε δίκαιη δίκη και στην άσκηση αποτελεσματικής προσφυγής θα πρέπει να επαναφέρουμε τις κατ΄ επανάληψη διατυπωθείσες θέσεις της Ολομέλειας των προέδρων, ήτοι: : α) Κάλυψη όλων των κενών οργανικών θέσεων δικαστικών και δικαστικών υπαλλήλων και γενναία αύξηση του αριθμού τους, ανάλογη με τον όγκο των εκκρεμών υποθέσεων. Υπενθυμίζεται ότι: αα) η επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης στις 6-6-2007 διαπίστωσε την “κατ’ εξακολούθηση” παράβαση των άρθρων 6 παρ. 1 και 13 της ΕΣΔΑ εκ μέρους της Ελλάδας σχετικά με την υπερβολική διάρκεια των διαδικασιών ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων και ιδίως του ΣτΕ και την έλλειψη αποτελεσματικής προσφυγής και κάλεσε την Ελληνική Δημοκρατία να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για τη συμμόρφωση της προς τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ, όπως η αύξηση του αριθμού των οργανικών θέσεων δικαστικών λειτουργών και δικαστικών υπαλλήλων και η ανάπτυξη των κατάλληλων υποδομών. ββ) Επίσης η υψηλή σύνοδος του Interlaken για το μέλλον του ΕΔΔΑ στην δήλωση της 19-2-2010 κάλεσε τα Κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης (μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η χώρα μας) να συνεργασθούν με την επιτροπή Υπουργών κατόπιν οριστικής αποφάσεως πιλότου του ΕΔΔΑ, προκειμένου να εξαλειφθούν οι δομικές και συστημικές αιτίες, που προκαλούν επιβάρυνση του ΕΔΔΑ, με τις επαναλαμβανόμενες υποθέσεις που οφείλονται στην ίδια αιτία. γγ) Τέλος το ΕΔΔΑ με την από 21-12-2010 πιλοτική απόφαση του, (Βασ. Αθανασίου κλπ) λαμβάνοντας υπόψη του τον χρόνιο και επίμονο χαρακτήρα του ανωτέρω συστημικού και δομικού προβλήματος, υποχρέωσε την χώρα μας να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την συμμόρφωση με τις διαπιστώσεις του. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η αύξηση του αριθμού των οργανικών θέσεων δικαστικών λειτουργών και δικαστικών υπαλλήλων και η δημιουργία των κατάλληλων υποδομών αποτελεί υποχρέωση της Ελληνικής Δημοκρατίας που απορρέει από το άρθρο 46 της ΕΣΔΑ και ως εκ τούτου δεν υπόκειται σε μνημονιακές σκοπιμότητες. β) Εισαγωγή του θεσμού των “υπαλλήλων – εισηγητών” ή “βοηθών δικαστή” κατά τα πρότυπα των “εισηγητών” του ΕΔΔΑ. γ) Ουσιαστική αξιοποίηση των ασκούμενων Δικηγόρων στα Δικαστήρια και στην προπαρασκευή εκκρεμών υποθέσεων. δ) Αξιοποίηση, αναβάθμιση και επέκταση των ”ενδικοφανών προσφυγών” και της “ενδικοφανούς διαδικασίας”, σ’ όλες τις διοικητικές διαφορές ουσίας, οι οποίες θα εκδικάζονται από ανεξάρτητες διοικητικές επιτροπές, με μέλη και Δικηγόρους, που θα προτείνει ο οικείος Δικηγορικός Σύλλογος και με υποχρεωτική παράσταση Δικηγόρου, παραφυλλαττομένου πάντοτε και σε κάθε περίπτωση του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο “πλήρους δικαιοδοσίας”, σε πρώτο και δεύτερο βαθμό. Διατήρηση και γενίκευση της απαγόρευσης της “ενδοστρεφούς δίκης”. Αξιοποίηση ασκούμενων Δικηγόρων και στις επιτροπές αυτές για την ταχύτερη προπαρασκευή των υποθέσεων. Ειδική υποχρέωση των επιτροπών αυτών για παράθεση ειδικής, σαφούς και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο “σώμα” της εκδιδόμενης απόφασης και υποχρέωση απάντησης στους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, σε κάθε περίπτωση. ε)  Αναβάθμιση, επέκταση και αξιοποίηση του θεσμού της “δικαστικής διαμεσολάβησης” σ’ όλες τις διαφορές, συμπεριλαμβανομένων και των διοικητικών με την δημιουργία των κατάλληλων υποδομών και συνθηκών. στ) πρόβλεψη, προσφυγής στην εξωδικαστική διαμεσολάβηση με αναβολή εκδίκασης στ) Δημιουργία νομολογιακών βάσεων δεδομένων σ’ όλα τα Δικαστήρια της Χώρας και ελεύθερη πρόσβαση των Δικηγόρων σ’ αυτήν. ζ) Άμεση συμμόρφωση με την πιλοτική απόφαση του ΕΔΔΑ (Βασ. Αθανασίου κλπ), με τους όρους και τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην απόφαση αυτή. η) Άμεση συμμόρφωση με την νομολογία του ΕΔΔΑ, σε ότι αφορά τις εργατικές διαφορές. θ) Αναμόρφωση του συστήματος κατάθεσης προτάσεων κλπ και της εξέτασης μαρτύρων ενώπιον των πολιτικών πρωτοδικείων. Να επιτραπεί η παράσταση με δήλωση όταν δεν γίνεται εξέταση μαρτύρων ενώπιον του Δικαστηρίου ή Εισηγητή. ι) Δημιουργία μεγάλων δικαστικών σχηματισμών και τμημάτων εξειδικευμένων κατ’ αντικείμενο, στα οποία να εναλλάσσονται όλοι οι δικαστές κατά τακτά χρονικά διαστήματα (τουλάχιστον διετούς θητείας). ια) Άμεση αντιμετώπιση των φαινομένων πολυνομίας, κακονομίας, κακοδιοίκησης, τυπολατρείας, που συμβάλλουν στην άσκοπη δημιουργία δικών και στην επιβάρυνση των πινακίων. Κωδικοποίηση νομοθεσίας. ιβ) Δημιουργία μηχανισμών άρσεως αντιφατικής νομολογίας μεταξύ των τμημάτων Ανωτάτων Δικαστηρίων.

Ιωάννινα 5η Ιουνίου 2015

Η Πρόεδρος του ΔΣ
ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΙΟΓΛΗ